Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Λιλιπούπολη: η κλειδωμένη τουαλέτα


Το «Εδώ Λιλιπούπολη» ήταν μια παιδική ραδιοφωνική σειρά που ξεκίνησε το 1976 και διήρκεσε μέχρι το 1980. Η σειρά ακουγόταν στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, το οποίο ήταν την περίοδο εκείνη υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι. Η εκπομπή θεωρείται στις μέρες μας «θρυλική», τόσο για την πρωτοτυπία και την ποιότητά της, όσο και για την επίδραση της στη γενικότερη περίοδο.

Τραγουδούν οι : Αντώνης Κοντογεωργίου, Σαββίνα Γιαννάτου, Λένα Πλάτωνος, Μαριέλλη Σφακιανάκη και ο Σπύρος Σακκάς

Ανάμεσα στους ηθοποιούς που ακούγονταν στην σειρά ήταν οι Βασίλης Μπουγιουκλάκης, Άννα Παναγιωτοπούλου, Σταμάτης Φασουλής, Λευτέρης Βογιατζής, Σαπφώ Νοταρά, Λυδία Κονιόρδου, Αλέκα Παΐζη, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Ράνια Οικονομίδου, Πέπη Οικονομοπούλου, Μίνα Αδαμάκη, Θόδωρος Μπογιατζής, Νίκος Τσιλούνης, Σταύρος Μερμήγκης, Λάμπρος Τσάγκας και Μίμης Χρυσομάλλης.


Στο συγκεκριμένο επεισόδιο η Πιπινέζα, περιμένοντας τον δήμαρχο Χαρχούδα, έχει καθαρίσει το σπίτι. Όμως ο Μπιξ-μπιξ και ο Παπαγάλος έχουν ανάγκη να πάνε τουαλέτα…

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ,ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ,ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ... ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΟ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!


Ο ποντικός κι η θυγατέρα του - Λαϊκό παραμύθι

Μια φορά ήταν ένας ποντικός κι είχε μια θυγατέρα πολύ όμορφη. Ήθελε να την παντρέψει, μα δεν ήθελε να την δώσει σε ποντικό.
  Κει που συλλογιότανε, βλέπει τον ήλιο να λάμπει.
  Α! είπε με το νου του, νά γαμπρός για το κορίτσι μου, και χωρίς να χάσει καιρό την παίρνει και πάει στο παλάτι του ήλιου.
  – Ήλιε, την παίρνεις τη θυγατέρα μου γυναίκα; Δε θέλω να τη δώσω σ’ άλλονε τόσο όμορφη, μόνο σε σένα που ’σαι τόσο όμορφος και δυνατός.
  – Αχ!, του λέει ο ήλιος, για να ξεφορτωθεί, δεν είμαι γω, όπως με θαρρείς, δυνατότερος απ’ όλους στον κόσμο. Διε κείνα –νά τα σύννεφα, άμα με πλακώσουνε, σκοτεινιάζω και τίποτα δεν μπορώ να τα κάμω. Σύρε σ’ αυτά και χωρίς άλλο θα πετύχεις. Ο καημένος ο ποντικός τι να κάμει! σηκώνεται και πάει στα σύννεφα· μα και κει σκούρα τα βρήκε.
  – Βλέπεις το βοριά; του είπαν τα σύννεφα· αυτός όταν φυσά, εμείς σκορπιζόμαστε και χάνουμε τα κομμάτια μας· σύρε στο βοριά.
  Τότε ο ποντικός παίρνει τη θυγατέρα του και πάει στο βοριά και του λέει με τι σκοπόν ήρθε σ’ αυτόνα.
  – Μετά χαράς, καημένε ποντικέ, θα την έπαιρνα την όμορφή σου τη θυγατέρα, μα δεν είμαι γω όπως με θαρρείς δυνατός. Σύρε κει σε κείνον τον πύργο. Τον βλέπεις; σαράντα χρόνια φυσώντας δεν μπόρεσα να τον ρίξω κάτω.
  Να μην τα πολυλογούμε, πηγαίνει και στον πύργο και του λέει τα ίδια. Ο πύργος τότε γυρίζει και του λέει:
  – Ποντικέ, ποντικέ, ακούς μια βοή μέσα στους τοίχους μου; τι θαρρείς πως είναι; αντρειωμένα θεριά, ποντικοί, που με κατατρώνε και κοντεύουνε να με ρίξουνε κάτω. Απ’ τους ποντικούς πλειότερο αντρειωμένος και δυνατός κανείς δεν είναι στον κόσμο και καθόλου κανένα να μην ακούς.
  Τότε ο ποντικός γίνηκεν η καρδιά του και δίνει την κόρη του σ’ έναν αντρειωμένο και όμορφο ποντίκαρο.

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σιας A.E., 1994)

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Ημέρα του παιδικού βιβλίου,με ένα κείμενο της ΑΛΚΗ ΖΕΗ





Αγαπητά μου παιδιά,
 Σας γράφω γιατί δεν ξέρω σε ποιον να το πω και αν δε μιλήσω θα σκάσω.
Με λένε Νίκο, είμαι εφτά χρονών και πάω στη δευτέρα δημοτικού. Δεν ξέρω γιατί ο  μπαμπάς και η μαμά εδώ και μέρες είναι όλο μούτρα. Ακόμα κι η γιαγιά όταν έρχεται να  μας δει – μούτρα κι αυτή. Όλο ρωτάει τον μπαμπά:
 - Κανένα νέο;
 - Κανένα, απαντάει εκείνος και… μουτρώνει πιο πολύ.
Καλά, η μαμά έτσι κι αλλιώς δε μιλιέται. Μόνο ο παππούς είναι χαμογελαστός. Δηλαδή  χαμογελάει στη φωτογραφία του που είναι μέσα σ’ ένα κάδρο στο γραφείο του μπαμπά.  Γιατί ο παππούς και να ήθελε, δεν μπορούσε να κάνει μούτρα. Έχει πεθάνει πριν χρόνια,  όταν εγώ ήμουνα μωρό.
Και να πεις πως έχω κάνει αταξίες και μουτρώνουνε. Παράξενο μα όλη τη βδομάδα βαριόμουνα να 
κάνω αταξίες. Ούτε έσκισα το μπλουτζίν μου ούτε έγραψα με μπικ πάνω στο  άσπρο μου μπλουζάκι… κινέζικα.
Αυτοί όμως ούτε το πήρανε είδηση πως ήμουνα φρόνιμος.
Ο μπαμπάς που κάθε πρωί έφευγε πιο νωρίς από μένα, τώρα με πάει στο σχολείο. Και δεν  έρχεται η γιαγιά να με πάρει όπως πάντα, γιατί η μαμά τελειώνει τη δουλειά της αργά.  Έρχεται η μαμά. Με τη γιαγιά ήτανε πιο διασκεδαστικά γιατί φλυαρούσαμε σ’ όλο τον  δρόμο. Η μαμά μουγγή με κατεβασμένα μούτρα. Ορκίζομαι πως δε φταίω εγώ.
Την Κυριακή το πρωί, είχα ξυπνήσει, χάζευα όμως στο κρεβάτι μου και προσπαθούσα να  πιάσω τις αχτίδες που μπαίνανε από τη χαραμάδα του παραθυρόφυλλου. Η πόρτα της  κάμαράς μου ήτανε ανοιχτή. Άκουσα τον μπαμπά που έλεγε:
- Δεν φταίει σε τίποτα το παιδί, αν εμείς δεν έχουμε δουλειά. Θα πάμε στη θάλασσα.
 -  Αφού έδωσες τις πινακίδες πίσω. Πώς θα πάμε; είπε η μαμά.
Αλήθεια δεν ξέρω γιατί ο μπαμπάς είπε μια μέρα πως έδωσε τις πινακίδες πίσω. Κι όπως  κατάλαβα αυτό θα πει πως δεν είχε πια αυτοκίνητο.
 - Θα πάμε με το τραμ στη Γλυφάδα. Μόλις άκουσα τον μπαμπά να το λέει αυτό, έδωσα μια στα σκεπάσματα κι έτρεξα να  τους βρω.
Δεν είχα ταξιδέψει ποτέ μου με τραμ. Δεν ήξερα πως ήταν τόσο ωραία. Πηγαίνει σιγά  σιγά κι έτσι προφταίνεις να βλέπεις απέξω, κι όταν μάλιστα στρίψει στη θάλασσα και  πάει, πάει καμαρωτό και βλέπεις ανάμεσα στα δέντρα  το… πέλαγος – έτσι μας διάβασε η  δασκάλα μας σ’ ένα βιβλίο που λέγανε τη θάλασσα πέλαγος κι έμενα μ’ άρεσε πολύ.
Δεν κατεβήκαμε στη Γλυφάδα.
 -  Αφού πάει ως τη Βούλα, γιατί να μην πάμε; είπε ο μπαμπάς και είδα πως δεν έκανε  μούτρα.
 - Γιατί να μην πάμε; είπε και η μαμά και χαμογέλασε και δεν έκανε μούτρα.
Εγώ χάρηκα γιατί μ’ άρεσε πολύ που ταξίδευα με το τραμ.
Κατεβήκαμε στη Βούλα και πήγαμε στην παραλία. Μ’ άφησαν να βγάλω τα παπούτσια  μου και να τσαλαβουτήσω στο… πέλαγος.
Και στον γυρισμό ήτανε ωραία, μα μόνο στον μισό δρόμο. Γιατί ο βλάκας στον άλλο μισό  με πήρε ο ύπνος, γιατί με είχε ζαλίσει ο ήλιος. Ξύπνησα και είδα πως είχα ακουμπήσει το  κεφάλι μου στα πόδια της μαμάς. Μου χαμογέλασαν και δεν κάνανε μούτρα.
Άλλη φορά όταν μουτρώνουν, θα τους λέω να πάρουμε το τραμ.
Αν δεν έχετε πάει, σας λέω να πείτε στους μπαμπάδες σας να δώσουν πίσω τις πινακίδες.  Είναι τόσο ωραίο να ταξιδεύεις με το τραμ και να βλέπεις καθώς πάει αργά αργά –να δεις  πώς το είπε η κυρία μας- το πέλαγος.

Σας φιλώ,
Ο φίλος σας Νίκος

Για την αντιγραφή,
Άλκη Ζέη



Από το έντυπο:"Γράμμα σ’ ένα παιδί για τη Φιλαναγνωσία",ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ 2012




Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Καλό μήνα με το πιο πολύτιμο δώρο


Το πιο πολύτιμο δώρο - Δημήτρης Ψαθάς

Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη της Ανατολής ζούσε ένας άνθρωπος ξύπνιος αλλά και τυχερός, που την περνούσε όμως άσχημα –καθότι φουκαράς– και σκεφτόταν τι να κάνει, για να λύσει το πρόβλημά του. Πολύ βασάνισε το μυαλό του, και στο τέλος αποφάσισε ν’ αναφερθεί στον πολυχρονεμένο Πατισάχ,* για να ζητήσει την προστασία και βοήθειά του. Κάποιο δώρο όμως έπρεπε απαραιτήτως να του πάει, κι αυτό βέβαια, ήταν ένα πρόβλημα μεγάλο. Γιατί τι μπορούσε να προσφέρει ένας φουκαράς στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, που ζούσε μέσα στα μυθικά παλάτια, στα χρυσάφια και στα πλούτη; Τι θα μπορούσε να μην έχει ο παντοδύναμος αφέντης, ώστε να τον εντυπωσιάσει και να τον ευχαριστήσει με το δώρο του; Ρώτησε από εδώ, ρώτησε από κει, έφαγε τον κόσμο, και στο τέλος βρέθηκε κάποιος, που του είπε:
  – Ξέρεις τι δεν έχει ο Πατισάχ;
  – Τι δεν έχει;
  – Κρεμμύδια, άνθρωπέ μου.
  – Κρεμμύδια δεν έχει ο πολυχρονεμένος μας αφέντης;
  – Ούτε έχει ούτε και τα ξέρει. Γιατί οι παλατιανοί του δεν τα καταδέχονται και δεν τα βάζουν στο παλάτι.
  Χωρίς άλλες συζητήσεις, φορτώνει ένα κάρο κρεμμύδια ο ερίφης* και τραβά για την Πόλη. Ταξιδεύει μέρες και μέρες, και φτάνει επιτέλους στo παλάτι. Παρουσιάζεται στο Σουλτάνο, κάνει δέκα τεμενάδες,* κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει:
  – Πολυχρονεμένε Πατισάχ και αφέντη της ζωής μου, άστρο του μιλετιού* και του βιλαετιού,* βαλαά, μπιλαά, σου έφερα ένα δώρο, που ούτε το είδες ποτέ σου ούτε το ξέρεις. Να το μαγειρέψεις και να το φας, βιλαΐ, μπιλαΐ, και θα σχωρνάς τα πεθαμένα μου!
  Ρουφά το ναργιλέ* του ο Πατισάχ, χαϊδεύει τα μακριά του γένια και ρωτά:
  – Τι είναι, ορέ; Τι δώρο είναι αυτό; Και πώς το λένε;
  – Κρεμμύδια, Πατισάχ!
  – Και τι θα πει αυτό;
  – Φάε και θα το δεις.
Διατάζει ο Πατισάχ να μαγειρέψουν τα κρεμμύδια, τα τρώει και τρελαίνεται.
  – Αμάν μουγκρίζει. Και μασουλά.
  – Βάι, βάι, βάι!… Και καταπίνει.
  – Αλλάχ, Αλλάχ,* τι γλύκα είναι αυτή!…
  Και τρώει αχόρταγα, ευχαριστιέται, χαϊδεύει την κοιλιά του και διατάζει:
  – Πάρτε από το κάρο του ανθρώπου όλα τα κρεμμύδια, γεμίστε το με χρυσάφι, για ρεγάλο,* κι ας πάει πίσω στο χωριό του, στην ευχή του Αλλάχ.
  Φορτωμένος με το χρυσάφι και τρισευτυχισμένος, γυρίζει στο χωριό του ο τυχερός και χοροπηδά απ’ τη χαρά του. Τον βλέπει ο αδελφός του –ο άτυχος– αναστατώνεται κι αρχίζει ν’ αναρωτιέται μήπως ο πολύχρονεμένος Πατισάχ, που δεν ήξερε τα κρεμμύδια, δεν ξέρει και τα… σκόρδα. Χωρίς πολλές κουβέντες –για να μη χάνει πολύτιμο καιρό– φορτώνει στα κρυφά ένα κάρο σκόρδα, φτάνει στην Πόλη, παρουσιάζεται στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, κάνει είκοσι τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει για τα σκόρδα του όσα είπε ο αδελφός του για τα κρεμμύδια. Το πολυχρονεμένο άστρο του βιλαετιού –κι αφέντης του μιλετιού– δε δείχνει καθόλου αδιαφορία, παρά δοκιμάζει ένα σκόρδο και τρελαίνεται.
  – Αμάν, αμάν! φωνάζει. Τ’ είναι τούτο;!
  Τρώει κι άλλο:
  – Βάι, βάι, βάι! μουγκρίζει.
  Τρώει και τρίτο και τα χάνει απ’ τη νοστιμάδα.
  – Μωρέ τούτο εδώ καψουρίζει λιγάκι και φέρνει μεγάλη χαρά στο στόμα και στο στομάχι. Μα το μεγάλο Γιαραμπή, τέτοιο νόστιμο πράμα δεν έφαγα ποτέ.
  Και ενθουσιασμένος γυρίζει στους ανθρώπους του:
  – Πώς να τον ανταμείψω τούτον τον ευλογημένο; λέει. Τι να του δώσω; Μα τον Αλλάχ, θα του δώσω ό,τι πιο ακριβό έχω μέσα στο παλάτι μου. Πάρτε του γρήγορα όλα τα σκόρδα και φορτώστε στο κάρο του το πιο πολύτιμο πράμα του παλατιού μου, τα… κρεμμύδια!

* ο Πατισάχ: ο Σουλτάνος.
* ο ερίφης: ο άνθρωπος (κοροϊδευτικά).
* ο τεμενάς: υπόκλιση.
* το μιλέτι: φυλή, έθνος.
* το βιλαέτι: διοικητική περιοχή.
* ο ναργιλές: περίπλοκη πίπα με μακρύ σωλήνα που καταλήγει σ’ ένα μπουκάλι.
* ο Αλλάχ: ο Θεός στη γλώσσα των μουσουλμάνων.
* το ρεγάλο: δώρο.


(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

Τρίτη 31 Μαρτίου 2020

Ο απολαυστικός Κος Ευγένιος Τριβιζάς.


"Η Πουπού και η Καρλότα"

Του Ευγένιου Τριβιζά






H Πουπού, η πονηρή αλεπού, προσπαθεί να πείσει την Καρλότα την τσαχπίνα άσπρη κότα να βγει από το κοτέτσι για να την κάνει γιουβέτσι. Και τι δε σκαρφίζεται για να την πείσει ότι την αγαπάει ειλικρινά και θέλει το καλό της!
Της χαρίζει κορδελίτσες, γαριδάκια, πίτουρα και λουλουδάκια, της ψιθυρίζει λογάκια μελιστάλακτα πολλά και γλυκά μουρμουρητά, της υπόσχεται ότι θα την έχει όπα όπα, ώσπου μια μέρα πείθει την όμορφη Καρλότα να την ακολουθήσει στη φωλιά της.
Την οδηγεί στην κουζίνα και της λέει ένα μεγάλο ψέμα: ότι η κατσαρόλα είναι πισίνα.
Θα πιστέψει η Καρλότα και αυτό το ψέμα; Θα κάνει βουτιά στην κατσαρόλα;

Ακούστε και διαβάστε το βιβλίο στον Μικρό Αναγνώστη

Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

ΜΠΟΛΕΚ ΚΑΙ ΛΟΛΕΚ. ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΦΑΝΤΑΣΙΑ


Μπόλεκ και Λόλεκ είναι ο τίτλος πολωνικής σειράς κινουμένων σχεδίων που γνώρισε επιτυχία σε πολλές χώρες του κόσμου.
 Οι κεντρικοί ήρωες είναι δυο αγοράκια περίπου δέκα ετών: ο κοντός  Λόλεκ και ο ψηλός  Μπόλεκ. Από το 1973 στην παρέα προστέθηκε και η φίλη τους Τόλα. Τα επεισόδια μεχρι το 1980 δεν έχουν διαλόγους, πάρα μόνο επιφωνήματα και ηχητικά εφέ (κάτι που συνέβαλε στη διεθνή επιτυχία της σειράς), ενώ το σχέδιο είναι απλό αλλά πολύ παραστατικό. Οι περιπέτειες των Μπόλεκ και Λόλεκ προβάλλουν ιδέες όπως η φιλία, η αλληλεγγύη, τα ταξίδια, ο αθλητισμός, με δόσεις περιπέτειας και χιούμορ.

Η σειρά και οι δημιουργοί της βραβεύτηκαν πολλές φορές στη χώρα τους και το εξωτερικό.
Πηγή: Βικιπαίδεια

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

ΑΧ ΑΥΤΟΣ Ο ΜΑΡΤΗΣ


Oι ημέρες των γριών 
 Λαϊκή παράδοση από το Σοποτό Aχαΐας

Ήτανε μια φορά μια γριά, κι είχε κάτι κατσικάκια. O Mάρτης τότες είχε είκοσι οχτώ ημέρες κι ο Φλεβάρης τριάντα μία. Ήρθε εκείνη την εποχή ο Mάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα. Kαι η γριά, από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα κατσικάκια της, εγελάστη και είπε: «Στην πομπή σου, γερο-Mάρτη, τ’ αρνοκατσικάκια μου καλά τα πέρασα». Kαθώς τ’ άκουσεν αυτά τα λόγια ο γερο-Mάρτης, εθύμωσε και στη στιγμή δανείζεται τρεις ημέρες από το Φλεβάρη, το γείτονά του, και αρχίζει ένα σορόκο, π’ έκαμε τη γριά να χωθεί από κάτου από ένα κακκάβι* και να φωνάζει:«Kάτσι, κάτσι, κάτσι!» γιατί έλεγε ότ’ εχόρευαν τα κατσικάκια απάνου στο κακκάβι. Tα κατσικάκια της γριάς εψόφησαν από το σορόκο. Kι από τότε έχει ο Mάρτης τριάντα μία ημέρα και ο Φλεβάρης είκοσι οχτώ.  Ένεκα γι’ αυτό πο’ ’παθε εκείνη η γριά, τις τρεις ύστερες ημέρες του Mάρτη τις λένε «ημέρες των γριών». Kαι ονοματίζουνε καθεμία από δαύτες και με τ’ όνομα μιανής από τις πλιο ηλικιωμένες γριές του χωριού· και αν τύχει καλή η ημέρα, λεν πως και η γριά είναι καλή, και αν γίνει κακοκαιρία, λεν πως από την κακία της έγινε.

* πομπή: ντροπή.
* κακκάβι: καζάνι.

(από το βιβλίο: Nικόλαος Γ. Πολίτης, Παραδόσεις, Γράμματα, 1994)

Για περισσότερες παραδόσεις,παραμύθια, ποιήματα και  υπέροχες  ιστορίες,παρηγορητικές για τις μέρες του εγκλεισμού, μεταβείτε στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού .

Με την ευχή να τελειώσει όμορφα ο Μάρτης.